ευνομία

ευνομία
I
Αρχαιοελληνική θεότητα. Ήταν η προσωποποίηση της ευνομίας, κόρη του Δία και της Θέμης, αδελφή της Δίκης και της Ειρήνης, με τις οποίες αποτελούσε την τριάδα των Ωρών. Στην Αθήνα τη λάτρευαν μαζί με την Εύκλεια. Ο Τυρταίος ονόμασε ένα ποίημά του Ευνομία, επιδιώκοντας να σταματήσουν οι ταραχές που είχε προκαλέσει ο λιμός.
II
Τίτλος εφημερίδων.
1. Αθηναϊκή εφημερίδα (1862-67) με εκδότη τον Αλ. Ραγκαβή.
2. Εφημερίδα της Λαμίας (1877-84) με εκδότη τον Γ.Π. Μαρινόπουλο.
* * *
(I)
η (ΑΜ εὐνομία, Α επικ. και ιων. τ. εὐνομίη)
[εύνομος Ι]
η ύπαρξη καλών νόμων καθώς και η πιστή εφαρμογή τους, η χρηστή διοίκηση, η τάξη, η ευταξία («ἀνθρώπων ὕβριν τε καὶ εὐνομίην ἐφορῶντες», Ομ. Οδ.)
μσν.-αρχ.
η προσήλωση στην τήρηση τών θρησκευτικών εντολών και κανόνων
αρχ.
1. φρ. «οἱ ἐπὶ τῆς εὐνομίας» — τίτλος υπαλλήλων στην Κρήτη
2. ως κύριο όν.
η Εὐνομία
προσωποποίηση τής ευνομίας, ως κόρης τής Θέμιδος («τὴν τὰ δίκαια ἀγαπῶσαν Εὐνομίαν περὶ πλείστου ποιησαμένους», Δημοσθ.)
3. τίτλος ποιήματος τού Τυρταίου
4. η τήρηση τών κανόνων, τών νόμων τής τέχνης («εὐνομία μουσική», Λόγγ.).
————————
(II)
εὐνομία, ἡ (Α) [εύνομος II]
1. (για πρόβατα) η ομαλότητα, η κανονικότητα στη νομή, στη βοσκή
2. (για μέλισσες) η επιμέλεια, η τάξη στη βοσκή, η καλή βοσκή.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • εὐνομία — εὐνομίᾱ , εὐνομία good order fem nom/voc/acc dual εὐνομίᾱ , εὐνομία good order fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐνομία — Εὐνομίᾱ , Εὐνομίη fem nom/voc/acc dual Εὐνομίᾱ , Εὐνομίη fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐνομίᾳ — Εὐνομίᾱͅ , Εὐνομίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομίᾳ — εὐνομίαι , εὐνομία good order fem nom/voc pl εὐνομίᾱͅ , εὐνομία good order fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευνομία — η το σύνολο των νόμων που εφαρμόζονται δίκαια, χρηστή διοίκηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐνομίας — εὐνομίᾱς , εὐνομία good order fem acc pl εὐνομίᾱς , εὐνομία good order fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομίαι — εὐνομία good order fem nom/voc pl εὐνομίᾱͅ , εὐνομία good order fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐνομίαν — εὐνομίᾱν , εὐνομία good order fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐνομίας — Εὐνομίᾱς , Εὐνομίη fem acc pl Εὐνομίᾱς , Εὐνομίη fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐνομίαι — Εὐνομίᾱͅ , Εὐνομίη fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”